Μετάφραση του "face" σε Ελληνικά

Οι πρόσωπο, αντιμετωπίζω, εικόνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "face" σε Ελληνικά.

face verb noun γραμματική

(anatomy) The front part of the head, featuring the eyes, nose, and mouth and the surrounding area. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσωπο

    noun feminine neuter

    front part of head [..]

    I remember the man's face, but forgot his name.

    Θυμάμαι το πρόσωπο του άντρα, αλλά ξέχασα το όνομά του.

  • αντιμετωπίζω

    verb

    deal with, confront

    The situation of those facing multiple disadvantages is particularly difficult.

    Η κατάσταση των ατόμων που αντιμετωπίζουν πολλαπλά μειονεκτήματα είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

  • εικόνα

    noun feminine

    public image

    Make sure your button camera lands a clean shot of his face.

    Φρόντισε η κάμερα στο κουμπί να έχει καθαρή εικόνα του προσώπου του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μορφασμός
    • φάτσα
    • έκφραση
    • ύφος
    • γκριμάτσα
    • αντικρίζω
    • όψη
    • έδρα
    • μούρη
    • βλέπω
    • επιφάνεια
    • μέτωπο
    • πρόσοψη
    • δέχομαι
    • κοιτάζω
    • μούτρο
    • στρέφω
    • πρώσοπο
    • Πρόσωπο
    • πρόσχημα
    • φυσιογνωμία
    • βιτρίνα
    • μορφή
    • προσωποποίηση
    • τοπίο
    • ρολόι
    • χαρακτήρας
    • ενασχολούμαι
    • εκφραστής
    • επενδύω
    • φοδράρω
    • ζω με
    • πλάκα
    • πλάκα ρολόι
    • πλευρά εργαλείου
    • πρόσωπο ζώου
    • σκηνικό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " face " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "face"

Φράσεις παρόμοιες με "face" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "face" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη