Μετάφραση του "faeces" σε Ελληνικά

Οι κόπρος, περίττωμα, κόπρανα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faeces" σε Ελληνικά.

faeces noun γραμματική

(UK, Australian, South African) digested solid or semi-solid waste material discharged from the bowels of an animal; excrement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόπρος

    noun feminine
  • περίττωμα

    noun neuter

    Pooled faeces from each stack shall be represented in the overall pooled sample.

    Τα ομαδοποιημένα περιττώματα από κάθε κλωβοστοιχία πρέπει να εκπροσωπούνται στο συνολικό ομαδοποιημένο δείγμα.

  • κόπρανα

    noun neuter, plural

    Minor metabolites were identified in urine and faeces, but generally were not found in plasma

    Μεταβολίτες μικρότερης σημασίας εντοπίστηκαν στα ούρα και τα κόπρανα αλλά, σε γενικές γραμμές, δεν εντοπίστηκαν στο πλάσμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faeces " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faeces" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη