Μετάφραση του "faint" σε Ελληνικά

Οι λιποθυμία, λιποθυμώ, αμυδρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faint" σε Ελληνικά.

faint adjective verb noun γραμματική

Lacking strength; weak; languid; inclined to swoon; as, faint with fatigue, hunger, or thirst. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιποθυμία

    noun feminine

    the act of fainting

    If you feel you're gonna faint, put your head between your knees.

    Αν νιώσεις λιποθυμία, βάλε το κεφάλι σου ανάμεσα στα γόνατα.

  • λιποθυμώ

    verb

    to lose consciousness

    I think you should know, at the sight ofblood, I faint like a woman.

    Νομίζω ότι θα έπρεπε να ξέρεις, ότι στη θέα του αίματος, λιποθυμώ σαν γυναίκα.

  • αμυδρός

    adjective masculine

    που δεν φαίνεται καθαρά [..]

    It's faint, but it's a heartbeat!

    Είναι αμυδρός, αλλά είναι παλμός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αχνός
    • αδύνατος
    • ασθενής
    • αδιόρατος
    • αδύναμος
    • εξασθενημένος
    • αερώδης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faint " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "faint" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faint" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη