Μετάφραση του "fall" σε Ελληνικά

Οι πέφτω, φθινόπωρο, πτώση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fall" σε Ελληνικά.

fall verb noun γραμματική

(intransitive) To move to a lower position under the effect of gravity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέφτω

    verb

    move to a lower position under the effect of gravity [..]

    Sometimes I fall, but I never give up.

    Μερικές φορές πέφτω, αλλά ποτέ δεν τα παρατάω.

  • φθινόπωρο

    noun neuter

    Η εποχή του χρόνου μετά το καλοκαίρι και πριν το χειμώνα, παραδοσιακά από την 21η Σεπτεμβρίου έως την 20ή Δεκεμβρίου στο βόρειο ημισφαίριο, από την 21η Μαρτίου έως την 20ή Ιουνίου στο νότιο ημισφαίριο.

    She's not booked here at the Grove until next fall.

    Δεν είναι κλεισμένη εδώ στο Άλσος μέχρι το επόμενο φθινόπωρο.

  • πτώση

    noun feminine

    βιβλικός όρος [..]

    Uh, brother and sister who own the place had a falling out.

    Χμ, ο αδελφός και η αδελφή που κατέχουν ο τόπος είχε μια πτώση έξω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πέσιμο
    • κατρακυλώ
    • μείωση
    • κατρακύλισμα
    • κατηφόρα
    • κατέβασμα
    • καταβιβασμός
    • χαμήλωμα
    • πίπτω
    • μειώνω
    • παρουσιάζω πτώση
    • σημειώνω πτώση
    • υποχωρώ
    • κατάρρευση
    • περιορίζω
    • άλωση
    • κατάβαση
    • εγκατάλειψη
    • ολίσθημα
    • κατεβαίνω
    • ελαττώνω
    • κατηφορίζω
    • συνθηκολόγηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fall " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fall proper noun

(theology) The sudden fall of humanity into a state of sin, as brought about by the transgression of Adam and Eve. [from 14th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πτώση

    noun feminine

    fall of humanity into sin

    Consequently, the Fall of Adam and its spiritual and temporal consequences affect us most directly through our physical bodies.

    Συνεπώς, η Πτώση του Αδάμ και οι πνευματικές και υλικές συνέπειές της μάς επηρεάζουν αμεσότατα μέσω του υλικού σώματός μας.

  • πτώση

    noun feminine

    βιβλικός όρος

    Uh, brother and sister who own the place had a falling out.

    Χμ, ο αδελφός και η αδελφή που κατέχουν ο τόπος είχε μια πτώση έξω.

  • Πτώση, κάθοδος

Εικόνες με "fall"

Φράσεις παρόμοιες με "fall" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fall" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη