Μετάφραση του "fallible" σε Ελληνικά

Οι λανθασμένος, σφαλερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fallible" σε Ελληνικά.

fallible adjective γραμματική

Capable of making mistakes or being wrong. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λανθασμένος

    adjective masculine
  • σφαλερός

    Or maybe you've simply become as fallible as those of us who are made of flesh and blood.

    Ή ίσως έγινες τόσο σφαλερός όσο και μερικοί από εμάς τους φτιαγμένους με σάρκα και αίμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fallible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fallible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη