Μετάφραση του "falsify" σε Ελληνικά
Οι παραποιώ, νοθεύω, αλλοιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "falsify" σε Ελληνικά.
falsify
verb
γραμματική
(transitive) To alter so as to be false; to make incorrect. [..]
-
παραποιώ
verb -
νοθεύω
verbAnd, uh, falsifying a news report?
Nα νοθεύσεις μια αναφορά ειδήσεων;
-
αλλοιώνω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανασκευάζω
- διαστρεβλώνω
- πλαστογραφώ
- διαστρέφω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " falsify " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "falsify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλαστός
-
διαψευσιμότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη