Μετάφραση του "familiar" σε Ελληνικά

Οι οικείος, γνώριμος, φιλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "familiar" σε Ελληνικά.

familiar adjective noun γραμματική

Known to one. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οικείος

    adjective masculine

    intimate or friendly [..]

    If we hole up, I want to be somewhere familiar,

    Aν είναι να κρυφτούμε, θέλω να'ναι οικείος χώρος.

  • γνώριμος

    adjective masculine

    known to one

    And like I said, he needs a familiar face.

    Κι όπως είπα, χρειάζεται να είναι δίπλα σε γνώριμα πρόσωπα.

  • φιλικός

    adjective masculine

    intimate or friendly [..]

    He did start to become very familiar in the way he spoke to me.

    Άρχισε να γίνεται πολύ φιλικός με τον τρόπο που μου μιλούσε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γνωστός
    • εξοικειωμένος
    • οικογενειακός
    • συνήθης
    • προσωπικός
    • θρασύς
    • ιταμός
    • αναιδής
    • αυθάδης
    • μαθημένος
    • γνώστης
    • σύντροφος
    • χαρακτηριστικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " familiar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "familiar"

Φράσεις παρόμοιες με "familiar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "familiar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη