Μετάφραση του "farming" σε Ελληνικά
Οι γεωργία, καλλιέργεια, αγροκαλλιέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "farming" σε Ελληνικά.
Present participle of farm. [..]
-
γεωργία
noun feminineSustainability has long been the underlying principle of European farming.
Ανέκαθεν, η αρχή της βιωσιμότητας αποτελούσε τη βασική αρχή της ευρωπαϊκής γεωργίας.
-
καλλιέργεια
noun feminineYou do that again and I'll take you out to the pearl farm.
Αν το ξανακάνεις, θα σε πάω στην καλλιέργεια μαργαριταριών.
-
αγροκαλλιέργεια
noun feminineThe 65-percent drop in sparrow populations in rural areas is understood to be largely on account of intensive farming.
Η μείωση του πληθυσμού των σπουργιτιών κατά 65 τοις εκατό στις αγροτικές περιοχές λέγεται ότι οφείλεται κυρίως στην εντατική αγροκαλλιέργεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγροληψία
- γεωργική
- αγροτική οικονομία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " farming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "farming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τεχνική καλλιέργειας
-
σύμβαση αγρομίσθωσης
-
πειραματικός σταθμός
-
οστρεοτροφείο
-
γεωργικά έργα
-
αγρόκτημα · γεωργική εκμετάλλευση · εκτρέφω · καλλιεργώ · κτήμα · παράγω · φάρμα · χωράφι