Μετάφραση του "farsighted" σε Ελληνικά

Οι φρόνιμος, σοφός, συνετός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "farsighted" σε Ελληνικά.

farsighted adjective γραμματική

Being unable to focus with one's eyes on near objects; presbyopic [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρόνιμος

    adjective
  • σοφός

    adjective masculine
  • συνετός

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διορατικός
    • οξυδερκής
    • προνοητικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " farsighted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "farsighted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη