Μετάφραση του "fast" σε Ελληνικά

Οι γρήγορα, γρήγορος, νηστεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fast" σε Ελληνικά.

fast adjective verb noun interjection adverb γραμματική

(intransitive) To abstain from or eat very little food; to abstain from food for religious reasons. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γρήγορα

    adverb feminine

    with great speed

    Sometimes I can run as fast as the wind.

    Κάποτε θα μπορώ να τρέχω τόσο γρήγορα όπως ο άνεμος.

  • γρήγορος

    adjective masculine

    capable of moving with great speed

    Paul is not as fast as me.

    Ο Παύλος δεν είναι τόσο γρήγορος όσο εγώ.

  • νηστεία

    noun feminine

    act or practice of abstaining from or eating very little food [..]

    Throughout the scriptures, prayer and fasting are mentioned together.

    Στις γραφές η προσευχή και η νηστεία αναφέρονται μαζί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νηστεύω
    • ταχύς
    • στερεός
    • βαθύς
    • μπροστά
    • δίαιτα
    • γοργός
    • ταχέως
    • άσωτος
    • γοργά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fast " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fast
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ταχύς, γρήγορος, στερεωμένος

FAST noun

Initialism of [i]Focused assessment with sonography for trauma[/i].

+ Προσθήκη

"FAST" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το FAST στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "fast"

Φράσεις παρόμοιες με "fast" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fast" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη