Μετάφραση του "fatty" σε Ελληνικά

Οι λιπαρός, παχύς, τσιγαριλίκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fatty" σε Ελληνικά.

fatty adjective noun γραμματική

Containing, composed of, or consisting of fat. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιπαρός

    adjective masculine

    Other cheeses, of a water content, by weight, in the non-fatty matter:

    Άλλα τυριά περιεκτικότητας κατά βάρος σε νερό στη μη λιπαρή ύλη

  • παχύς

    adjective masculine
  • τσιγαριλίκι

    noun neuter

    doobie [..]

    I know you got a fattie in your backpack.

    Ξέρω ότι έχεις τσιγαριλίκι στο σακίδιό σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γάρο
    • μπάφος
    • κέρατο
    • λιπώδης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fatty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fatty"

Φράσεις παρόμοιες με "fatty" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fatty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη