Μετάφραση του "faucet" σε Ελληνικά

Οι βρύση, κάνουλα, κρουνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faucet" σε Ελληνικά.

faucet noun γραμματική

(North America) An exposed plumbing fitting; a tap or spigot; a regulator for controlling the flow of a liquid from a reservoir. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρύση

    noun feminine

    I'll just go home, slip into a negligee and rip out my faucet.

    Θα πάω σπίτι, θα βάλω κάτι άνετο και θα χαλάσω τη βρύση.

  • κάνουλα

    noun

    You open the faucet of blood, you never shut it off.

    Αν ανοίξεις την κάνουλα του αίματος, δεν την κλείνεις ποτέ.

  • κρουνός

    noun masculine
  • ρουμπινές

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faucet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "faucet"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faucet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη