Μετάφραση του "favored" σε Ελληνικά
Οι ευνοημένος, φαβορίτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "favored" σε Ελληνικά.
favored
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of favor. [..]
-
ευνοημένος
adjective masculineAmong God’s spirit sons he was highly favored.
Μεταξύ των πνευματικών υιών του Θεού αυτός ήταν πολύ ευνοημένος.
-
φαβορίτος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " favored " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "favored" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καλά θα κάνεις να
-
κερδίζω την εύνοια [+Γεν.] · προσεταιρίζομαι
-
ταχθείς
-
κάνε μου τη χάρη
-
υπέρ
-
η τύχη βοηθά τους τολμηρούς · η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς
-
κάνω χατίρι
-
ευνοώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη