Μετάφραση του "fawning" σε Ελληνικά
Οι δουλοπρεπής, αυλικός, γλοιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fawning" σε Ελληνικά.
fawning
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of fawn. [..]
-
δουλοπρεπής
adjectiveI hope that doesn't sound too fawning.
Ελπίζω να μην ακούγομαι δουλοπρεπής.
-
αυλικός
-
γλοιώδης
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δουλικός
- κολακευτικός
- κόλακας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fawning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fawning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γεννώ · ελάφι · ελαφάκι · καλοπιάνω · κολακεύω · νεβρός · στέκομαι κλαρίνο · στέκομαι σούζα · φέρομαι δουλοπρεπώς · φαιοκίτρινος
-
νεβρίδα
-
γεννώ · ελάφι · ελαφάκι · καλοπιάνω · κολακεύω · νεβρός · στέκομαι κλαρίνο · στέκομαι σούζα · φέρομαι δουλοπρεπώς · φαιοκίτρινος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη