Μετάφραση του "feckless" σε Ελληνικά

Οι ασθενής, αδύναμος, άσκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feckless" σε Ελληνικά.

feckless adjective γραμματική

Lacking purpose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασθενής

    noun masculine

    lacking vitality

  • αδύναμος

    adjective masculine

    lacking vitality

  • άσκοπος

    masculine

    lacking purpose

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • weak in character and lacking determination
    • Χαμένο κορμί
    • άβουλος
    • ανίκανος
    • ανίσχυρος
    • ανεύθυνος
    • μάταιος
    • αδέξιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feckless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feckless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη