Μετάφραση του "feel" σε Ελληνικά

Οι αισθάνομαι, νιώθω, αγγίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feel" σε Ελληνικά.

feel adjective Verb verb noun pronoun adverb γραμματική

Alternative form of fele. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αισθάνομαι

    verb

    To be in some emotional state. [..]

    I feel very safe here.

    Αισθάνομαι πολύ ασφαλής εδώ.

  • νιώθω

    verb

    intransitive: to experience an emotion or other mental state

    I do not feel well today.

    Δεν νιώθω καλά σήμερα.

  • αγγίζω

    verb

    You know, I sometimes touch the frayed part of the power cord just to feel something.

    Ξέρετε, μερικές φορές αγγίζω το γυμνό μέρος του καλωδίου τροφοδοσίας, απλά για να νιώσω κάτι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εντύπωση
    • αφή
    • θεωρώ
    • νοιώθω
    • αίσθηση
    • βλέπω
    • μυρίζω
    • ψηλαφώ
    • ψαχουλεύω
    • πιστεύω
    • πιάνω
    • ψηλαφίζω
    • αντιλαμβάνομαι
    • συνειδητοποιώ
    • πασπατεύω
    • ψυλλιάζομαι
    • έχω την αίσθηση [+Γεν.]
    • μου έρχεται
    • μυρίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "feel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη