Μετάφραση του "fellow" σε Ελληνικά

Οι συνάδελφος, σύντροφος, μέλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fellow" σε Ελληνικά.

fellow adjective verb noun γραμματική

A companion; a comrade; an associate; a partner; a sharer. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάδελφος

    noun masculine

    I hope that my fellow Members from the other groups, too, can endorse this proposal.

    Ελπίζω ότι και οι συνάδελφοι βουλευτές από τις λοιπές ομάδες μπορούν να υποστηρίξουν αυτήν την πρόταση.

  • σύντροφος

    noun masculine

    You got one of your fellow Muslims to hit you harder, harder, until you bled.

    Έβαλες έναν απ'τους συντρόφους Μουσουλμάνους να σε χτυπήσει δυνατά, μέχρι που μάτωσες.

  • μέλος

    Education neuter

    a. a graduate student of a university or college to whom an allowance is granted for special study. b. (British). an incorporated member of a college, entitled to certain privileges. c. a member of the corporation or board of trustees of certain universities or colleges.

    The members of the herd use secretions in order to guide fellow wildebeests during their journey.

    Τα μέλη του κοπαδιού χρησιμοποιούν εκκρίσεις για να καθοδηγούν τα άλλα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τύπος
    • πλησίον
    • φιλαράκος
    • αντίπαλος
    • απόφοιτος κολεγίου που γίνεται μέλος του με μισθό ή συνεχίζει τις σπουδές του με υποτροφία
    • λεβέντης
    • συν- και σύν- και συμ- και σύμ- και συγ- και σύγ- και συρ- και σύρ- και συλ- και σύλ- και συσ- και σύσ- και συ- και σύ-
    • υπότροφος
    • άνθρωπος
    • άτομο
    • αγόρι
    • ταίρι
    • εραστής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fellow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fellow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fellow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη