Μετάφραση του "fence" σε Ελληνικά
Οι φράχτης, φράκτης, περιφράσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fence" σε Ελληνικά.
A thin, human-constructed barrier which separates two pieces of land or a house perimeter. [..]
-
φράχτης
noun masculinebarrier
I've got a foot on both sides of the fence.
Ο φράχτης βρίσκεται ανάμεσα από τα πόδια μου τώρα.
-
φράκτης
noun masculineThe fence is the boundary of the Hailsham grounds.
Ο φράκτης είναι το σύνορο των γηπέδων του Χάλσαμ.
-
περιφράσσω
verbto build a fence
The day after, we can start milking again and mending our fences.
Την επόμενη μέρα, συνεχίζουμε κανονικά με το άρμεγμα και τις περιφράξεις μας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κλεπταποδόχος
- φράζω
- ξιφομαχώ
- περίφραξη
- φραχτης
- μάντρα
- ξιφασκία
- φραγμός
- καυγαδίζω
- λογομαχώ
- λογοφέρνω
- φιλονικώ
- διαπληκτίζομαι
- αποδέχομαι κλοπιμαία
- πωλώ κλοπιμαία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Περίφραξη
Subject: Fencing of areas within the Teste de Buch dune forests, a Natura 2000 site
Θέμα: Περίφραξη εντός της περιοχής «Forêts dunaires de la Teste de Buch» του δικτύου Natura 2000
Εικόνες με "fence"
Φράσεις παρόμοιες με "fence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κόκκινο σανδαλόξυλο
-
περίφρακτος · περιφραγμένος · φρακτό
-
αμέτοχος · αμφιταλαντεύομαι · αναποφάσιστος · δίβουλος · δισταχτικός · ουδέτερη στάση · στα κάγκελα
-
αμφιταλαντεύομαι
-
αμφιταλαντεύομαι · αποφεύγω να πάρω θέση · δεν παίρνω θέση · είμαι ακαταστάλαχτος · είμαι διχασμένος · παρακολουθώ αμέτοχος · παραμένω ατοποθέτητος
-
περιφράσσω · φράζω
-
ξίφος
-
ξιφασκία · ξιφομαχία · φράχτης