Μετάφραση του "fend" σε Ελληνικά

Οι προφυλάσσω, απομακρύνω, προστατεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fend" σε Ελληνικά.

fend verb noun γραμματική

(intransitive) To take care of or responsibility for oneself. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προφυλάσσω

    verb
  • απομακρύνω

    verb

    But He lets the most valuable ally fend for herself

    Αλλά αφήνει τον πιο πολύτιμο σύμμαχο να απομακρυνθεί από εκείνον

  • προστατεύω

    verb

    He was, uh-- he was left to fend for himself

    Τον αφήσανε να προστατεύει μόνος του τον εαυτό του

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιφρουρώ
    • φυλάσσω
    • φρουρώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβαράρω · αποκρούω · απομακρύνομαι
  • τα βγάζω πέρα · φροντίζω για
  • αβαράρω · αποκρούω · απομακρύνομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη