Μετάφραση του "fennel" σε Ελληνικά
Οι μάραθο, μάραθος, φινόκιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fennel" σε Ελληνικά.
A plant, Foeniculum vulgare, of the parsley family. [..]
-
μάραθο
noun neuterbulb, leaves, or stalks eaten as a vegetable [..]
A fennel staff, tipped with a pine cone.
Μίσχος από μάραθο, με ένα κουκουνάρι στην άκρη.
-
μάραθος
noun masculineThe fennel at the farmer's market is only transitional.
Ο μάραθος στον " μικρό αγρότη ", είναι απλά μεταλλαγμένος
-
φινόκιο
noun neuterIt's a gratin of Florence fennel new potatoes clam and sorrel soup with cream and mirepoix and stuffed quail.
Είναι φινόκιο ο'γκράτεν με μικρές πατάτες... μύδια, σούπα ξινό λάπαθου και μίρπουα και γεμιστό ορτύκι.
-
φοινόκιο
neuterbulb, leaves, or stalks eaten as a vegetable
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fennel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Μάραθο
Εικόνες με "fennel"
Φράσεις παρόμοιες με "fennel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μάραθο · φινόκιο
-
μάραθο
-
σπόρος μάραθου
-
μάραθο · φοινίκουλο το κοινό