Μετάφραση του "festering" σε Ελληνικά
Οι πύο, πύον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "festering" σε Ελληνικά.
festering
noun
verb
γραμματική
Present participle of fester. [..]
-
πύο
noun -
πύον
noun neuterThe wound festered and the infection spread not just through his body, but through his lands as well.
Η πληγή γέμισε πύον και η μόλυνση δεν εξαπλώθηκε μόνο στο σώμα του αλλά και στη γη του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " festering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη