Μετάφραση του "fetching" σε Ελληνικά

Οι γοητευτικός, ελκυστικός, θελκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fetching" σε Ελληνικά.

fetching adjective noun verb γραμματική

Attractive; pleasant to regard. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γοητευτικός

    adjective masculine

    And you do look quite fetching in that pinny!

    Εδώ που τα λέμε, φαίνεσαι αρκετά γοητευτική με αυτή την ποδιά!

  • ελκυστικός

    adjective masculine
  • θελκτικός

    And then I spent the night in Diana's fetching bosom.

    Κι εγώ πέρασα τη νύχτα στα θελκτικά στήθη της Νταιάνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fetching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fetching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Προσκομίζω, ανακαλώ, μετακαλώ
  • φέρνω
  • ακατάληπτος · ακατανόητος · παρατραβηγμένο · παρατραβηγμένος · τραβηγμένο από τα μαλλιά
  • άντε φέρε · τρέχα πιάσ' το
  • αποδίδω · αποφέρω · δίδω · δίνω · δώνω · κομίζω · παραλαμβάνω · πιάνω · πιάσ' το · προκαλώ · προσκομίζω · τρέχα πιάσ' το · φέρνω · φέρνω διάφορα · φέρω
  • χρόνος ανάκλησης
  • θελήματα
  • προστασία από μετάκληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fetching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη