Μετάφραση του "few" σε Ελληνικά

Οι λίγος, μερικοί, λίγοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "few" σε Ελληνικά.

few adjective pronoun noun γραμματική

(preceded by another determiner) An indefinite, but usually small, number of. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λίγος

    determiner adjective

    indefinite, usually small number

    There's so few people I can trust right now.

    Υπάρχει λίγος κόσμος που μπορώ να εμπιστευτώ αυτή τη στιγμή.

  • μερικοί

    determiner

    indefinite, usually small number

    I visited Romania a few years ago.

    Επισκέφτηκα την Ρουμανία πριν μερικά χρόνια.

  • λίγοι

    adjective

    Very few of us wanted to stand up and say anything at the time.

    Πολύ λίγοι από εμάς θέλησαν να σηκωθούν και να μιλήσουν τότε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λίγο
    • σπάνιος
    • ευάριθμος
    • λίγα
    • λιγνός
    • σμικρῶς
    • ελάχιστοι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " few " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Few proper

(UK) The pilots who fought in the Battle of Britain [..]

+ Προσθήκη

"Few" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Few στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "few" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "few" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη