Μετάφραση του "figurehead" σε Ελληνικά

Οι ακρόπρωρο, αχυράνθρωπος, Ακρόπρωρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "figurehead" σε Ελληνικά.

figurehead noun γραμματική

(nautical) A carved figure on the prow of a sailing ship. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρόπρωρο

    noun neuter

    carved figure on the prow of a sailing ship

    I thought that it would be a nice figurehead for your model ship.

    Νομίζω πως θα ταίριαζε ωραία για ακρόπρωρο στο πλοίο που φτιάχνεις.

  • αχυράνθρωπος

    masculine

    someone in a nominal position of leadership

    I've just been a figurehead.

    Εγώ είμαι απλώς ένας αχυράνθρωπος.

  • Ακρόπρωρο

    carved wooden decoration found at the prow of a ship

    I thought that it would be a nice figurehead for your model ship.

    Νομίζω πως θα ταίριαζε ωραία για ακρόπρωρο στο πλοίο που φτιάχνεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανδρείκελο
    • υποχείριο
    • φερέφωνο
    • εθιμοτυπικός ρόλος
    • που έχει συμβολικό ρόλο
    • τύποις (+αξίωμα)
    • φιγούρα, γοργόνα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " figurehead " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "figurehead"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "figurehead" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη