Μετάφραση του "filiation" σε Ελληνικά

Οι έθνος, γένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "filiation" σε Ελληνικά.

filiation noun γραμματική

(uncountable) The condition of being a child of a specified parent [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έθνος

    noun
  • γένος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " filiation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "filiation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη