Μετάφραση του "filling" σε Ελληνικά

Οι γέμιση, σφράγισμα, γέμισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "filling" σε Ελληνικά.

filling adjective noun verb γραμματική

Anything that is used to fill something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γέμιση

    noun feminine

    anything used to fill something [..]

    It is used for improving the taste of ice cream, cake fillings and fruit creams.

    Χρησιμοποιείται για να βελτιωθεί η γεύση του παγωτού, σε γέμιση γλυκισμάτων και σε φρουτόκρεμες.

  • σφράγισμα

    noun neuter

    in dentistry

    Dr. Huggins guided Garrett to a dentist that did know how to safely remove his filling.

    Huggins καθοδήγησε τον Garrett σε έναν οδοντίατρο που ήξερε να αφαιρεί με ασφάλεια το σφράγισμα του δοντιού του.

  • γέμισμα

    noun neuter

    anything used to fill something

    When filling, the powder should be well pressed down.

    Κατά το γέμισμα, ο σάκος πρέπει να είναι καλά πεπιεσμένος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γόμωση
    • χορταστικός
    • πλήρωση
    • υφάδι
    • φάδι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " filling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "filling"

Φράσεις παρόμοιες με "filling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καλώδιο με πλήρωση
  • βάζω · γέμισμα · γεμίζω · γεμίσει · διορίζω · εκπληρώνω · εκτελώ · επίχωση · επανεπίχωση · καλύπτω · πληρώ · πραγματοποιώ · συμπληρώνω · σφραγίζω · φουσκώνω
  • κάλυψη κενών θέσεων εργασίας
  • διεκπεραιώνω παραγγελία
  • συμπλήρωση σειράς
  • δακρυσμένος
  • λαβή συμπλήρωσης
  • Αυτόματη Συμπλήρωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "filling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη