Μετάφραση του "filtrate" σε Ελληνικά
Οι διήθημα, διηθώ, διυλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "filtrate" σε Ελληνικά.
filtrate
verb
noun
γραμματική
The liquid or solution that has passed through a filter, and which has been separated from the filtride. [..]
-
διήθημα
noun neuterliquid or solution that has passed through a filter
Collect the filtrate and filter washings in a filter flask.
Το διήθημα και το απόπλυμα του ηθμού περισυλλέγονται σε φιάλη κενού.
-
διηθώ
verbto filter
-
διυλίζω
verbto filter
-
σουρώνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " filtrate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "filtrate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διήθηση · διήθηση · διύλιση · φιλτράρισμα
-
Διήθηση · διήθηση · διύλιση · φιλτράρισμα
-
Διήθηση · διήθηση · διύλιση · φιλτράρισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη