Μετάφραση του "final" σε Ελληνικά

Οι τελικός, τελευταίος, οριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "final" σε Ελληνικά.

final adjective noun γραμματική

(followed by "one") The ending, the last. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελικός

    noun adjective masculine

    linguistics: occurring at the end of a word [..]

    I have finally received my British passport.

    Τελικά έλαβα το βρετανικό μου διαβατήριο.

  • τελευταίος

    adjective

    And now excitement is reaching fever pitch, as the final guest of honor arrived at the day.

    Και η συγκίνηση μεγαλώνει καθώς έφτασε κι ο τελευταίος καλεσμένος.

  • οριστικός

    adjective masculine

    conclusive; decisive

    In that situation, it does not matter whether a prevention is final or temporary.

    Στο πλαίσιο αυτό, ούτε η φύση του κωλύματος ούτε ο οριστικός ή προσωρινός χαρακτήρας του ασκούν επιρροή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πτυχιακές
    • οριστικά
    • τελειωτικός
    • τελεσίδικος
    • στερνός
    • αμετάκλητος
    • δεδικασμένο
    • ύστατος
    • αποφασιστικός
    • τελικό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " final " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Final
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τελικό

    I have finally received my British passport.

    Τελικά έλαβα το βρετανικό μου διαβατήριο.

Φράσεις παρόμοιες με "final" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "final" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη