Μετάφραση του "financing" σε Ελληνικά
Το χρηματοδότηση είναι η μετάφραση του "financing" σε Ελληνικά.
financing
noun
verb
γραμματική
Present participle of finance. [..]
-
χρηματοδότηση
noun feminineProcurement of monetary resources or credit to operate a business or acquire assets.
Its silver and gold production were needed to help finance the Civil War.
Η παραγωγή της σε χρυσό και ασήμι την έκανε χρήσιμη στη χρηματοδότηση του εμφυλίου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " financing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "financing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δημόσια οικονομία · δημοσιονομία · δημόσια οικονομικά
-
στεγαστικά δάνεια
-
καθεστώς της κοινοτικής χρηματοδότησης
-
χρηματοδότηση της βιομηχανίας
-
προσωπικά οικονομικά
-
βιομηχανική τράπεζα
-
εκλογική χρηματοδότηση · χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών
-
συγχρηματοδότηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη