Μετάφραση του "finicky" σε Ελληνικά

Οι σχολαστικός, λεπτολόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finicky" σε Ελληνικά.

finicky adjective γραμματική

(informal) Demanding, requiring above-normal care. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχολαστικός

    adjective masculine

    Clara here's a schoolteacher and mighty finicky about her reputation.

    Η Clara είναι δασκάλα εδώ και πολύ σχολαστική με την υπόληψή της.

  • λεπτολόγος

    adjective masculine

    It is not difficult to please, finicky and fussy about every little thing.

    Δεν είναι δύσκολη στο ν’ αρέση, δεν είναι λεπτολόγος και μεμψίμοιρη για κάθε μικρό πράγμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " finicky " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "finicky" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη