Μετάφραση του "first" σε Ελληνικά
Οι πρώτος, πρώτα, πρωτίστως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "first" σε Ελληνικά.
Archaic spelling of first. [..]
-
πρώτος
adjective noun masculineperson or thing in the first position [..]
January is the first month of the year.
Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του χρόνου.
-
πρώτα
adverb masculinebefore anything else
It was the first time that I visited the museum.
Ήταν η πρώτη φορά που επισκέφτηκα το μουσείο.
-
πρωτίστως
adverb masculinebefore anything else
These things are God's gifts first before the King's possessions.
Aυτά είναι πρωτίστως δώρα τoυ Θεoύ και δευτερευόvτως ιδιoκτησίες τoυ βασιλιά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρώτο
- πρώτη
- αρχή
- πρωτότοκος
- κατ' αρχάς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " first " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Of or pertaining to the executive of a particular nation or state.
-
Πρώτος
January is the first month of the year.
Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του χρόνου.
"FIRST" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το FIRST στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "first" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρώτη εκκίνηση
-
Α’ Βατικάνεια Σύνοδος
-
πρώτων βοηθειών
-
πολυπλέκτης πρώτης τάξης
-
πρώτο ραντεβού
-
αύριο πρώτη μου δουλειά