Μετάφραση του "first language" σε Ελληνικά

Το μητρική γλώσσα είναι η μετάφραση του "first language" σε Ελληνικά.

first language noun γραμματική

the first language one is taught to speak; one's native language. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητρική γλώσσα

    noun feminine

    language a person was raised speaking from birth

    I think the person we're looking for's first language isn't english.

    Νομίζω ότι ψάχνουμε κάποιον που δεν έχει για μητρική γλώσσα τα αγγλικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " first language " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "first language" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη