Μετάφραση του "fisherman" σε Ελληνικά
Οι ψαράς, αλιεύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fisherman" σε Ελληνικά.
fisherman
noun
γραμματική
A person who attempts to catch fish. [..]
-
ψαράς
noun masculineperson catching fish [..]
I am a poor fisherman who just has caught a big fish.
Ένας φτωχός ψαράς. Που μόλις έπιασε ένα μεγάλο ψάρι.
-
αλιεύς
Noun masculineAn ordinary fisherman can sell the fish he catches and thus make an earthly living.
Ένας συνήθως αλιεύς μπορεί να πωλή τους ιχθείς που πιάνει κι έτσι ν’ αποκτά τα έξοδα μιας επιγείου ζωής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fisherman " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fisherman"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη