Μετάφραση του "fitting" σε Ελληνικά

Οι προσαρμογή, εξαρτήματα, επίπλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fitting" σε Ελληνικά.

fitting adjective noun verb γραμματική

Present participle of fit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαρμογή

    noun

    Look, everybody worries about fitting in, but it's no big deal.

    Όλους απασχολεί η προσαρμογή, μα σιγά τα λάχανα.

  • εξαρτήματα

    plumbing fixtures [..]

    — be designed so that it can be fitted with such attachments, or

    — είτε να είναι σχεδιασμένο ώστε να μπορεί να εφοδιασθεί με παρόμοια εξαρτήματα,

  • επίπλωση

    noun

    plumbing fixtures [..]

    On these grounds it was felt appropriate to record the furniture under item 2040 'fitting out of premises'.

    Επί τη βάσει του ανωτέρω συλλογισμού η επίπλωση αυτή ενεγράφη στο είδος δαπάνης 2 040 "εξοπλισμός και εγκαταστάσεις".

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύνδεσμος
    • σύνδεσμοι
    • εξάρτημα
    • συναρμολόγηση
    • εφαρμογή
    • αρμόζων
    • άξιος
    • εφαρμογή, μοντάρισμα
    • πρόβα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fitting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fitting"

Φράσεις παρόμοιες με "fitting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fitting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη