Μετάφραση του "fixation" σε Ελληνικά

Οι προσήλωση, στερέωμα, εμμονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fixation" σε Ελληνικά.

fixation noun γραμματική

The act of fixing, or the state of being fixed or fixated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσήλωση

    feminine

    state of mind involving obsession

    It's not a real narrow fixation.

    Αλλά δεν είναι, ξέρεις, κάποια στενή προσήλωση ή κάτι τέτοιο.

  • στερέωμα

    noun neuter

    act of fixing

  • εμμονή

    feminine

    I think you're fixating on her to avoid dealing with this very big birthday you have coming up.

    Ότι έχεις εμμονή μαζί της για να αποφύγεις τα γενέθλιά σου που έρχονται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στερέωση
    • αγκύλωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fixation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fixation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σταθεροποίηση αμμοθίνας
  • έχω προσκολληθεί σε · είμαι προσκολλημένος σε · εμμένω σε · κολλάω σε · προσηλώνομαι σε · προσκολλώμαι, προσκολλιέμαι σε
  • αζωτοδέσμευση · δέσμευση αζώτου
  • βιολογική δέσμευση αζώτου
  • προσηλώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fixation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη