Μετάφραση του "flail" σε Ελληνικά
Οι κόπανος, δοκάνη, κοπανίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flail" σε Ελληνικά.
flail
verb
noun
γραμματική
A tool used for threshing, consisting of a long handle with a shorter stick attached with a short piece of chain, thong or similar material. [..]
-
κόπανος
nounWrap the whole thing in a sheet for extra range, and you've got yourself a weapon from the Middle Ages called a flail.
Μαζί με λίγη χλωρίνη για να τσούζει, το τυλίγεις και σε ένα σεντόνι κι έχεις ένα όπλο του Μεσαίωνα, που λέγεται κόπανος.
-
δοκάνη
nounAnd it was this man who first raised his flail.
Ήταν ο πρώτος που σήκωσε τη δοκάνη.
-
κοπανίζω
verb -
σφυροκοπιέμαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " flail " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "flail"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη