Μετάφραση του "flammable" σε Ελληνικά

Το εύφλεκτος είναι η μετάφραση του "flammable" σε Ελληνικά.

flammable adjective noun γραμματική

Capable of burning, especially a liquid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύφλεκτος

    adjective masculine

    volatile [..]

    No, I'm throwing you out because you're a cheap, gas-sucking, flammable irk!

    Όχι θα σε πετάξω επειδή είσαι φτηνιάρης, βενζινορουφηχτής, εύφλεκτος ενοχλητικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flammable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "flammable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flammable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη