Μετάφραση του "flatten" σε Ελληνικά
Οι ισοπεδώνω, εξομαλύνω, ισιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flatten" σε Ελληνικά.
flatten
verb
γραμματική
(transitive) To make something flat or flatter. [..]
-
ισοπεδώνω
verb2. to knock down: The boxer flattened his opponent in the second round. [dictionary.com] - Taliban Bombing Flattens Hospital, Kills at Least 15 in Afghanistan [WSJ, 9/19/2019]
It was him and a load more like him flattened my street.
Αυτός και κάποιοι σαν αυτόν, ισοπέδωσαν τη γειτονιά μου.
-
εξομαλύνω
verb -
ισιώνω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μειώνω
- χαμηλώνω
- διευθετώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " flatten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "flatten"
Φράσεις παρόμοιες με "flatten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ισοπεδώνω
-
Ενισχυτής εξομαλυμένης απολαβής
-
Ίνα εξομαλυμένης διασποράς
-
Ενισχυτής εξομαλυμένης απολαβής
-
Ίνα εξομαλυμένης διασποράς
-
Πλάτυνση πλανητών · ισοπέδωση, εξομάλυνση · πλάτυνση πλανητών
-
Πλάτυνση πλανητών · ισοπέδωση, εξομάλυνση · πλάτυνση πλανητών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη