Μετάφραση του "flavoring" σε Ελληνικά

Οι καρύκευμα, άρωμα, αρωματική ουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flavoring" σε Ελληνικά.

flavoring noun verb γραμματική

Something that gives flavor, usually a food ingredient. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρύκευμα

    noun neuter

    Shchi is a soup made from cabbage, meat, carrots, and other flavorings.

    Η Shchi είναι μία σούπα που φτιάχνεται από λάχανο, κρέας, καρότα και άλλα καρυκεύματα.

  • άρωμα

    noun neuter

    Then Jack would find some cheap wine that tasted similar, add some flavor.

    Μετά ο Τζακ έβρισκε ένα φθηνό κρασί, που είχε γεύση παρόμοια, έβαζε ένα άρωμα.

  • αρωματική ουσία

    feminine

    Outside the Tropics, people may think of coconut as a flavoring for candy bars or cookies.

    Στις μη τροπικές περιοχές, οι άνθρωποι ίσως θεωρούν την ινδική καρύδα μια αρωματική ουσία για γλυκίσματα ή μπισκότα.

  • αρωματικό

    noun

    It's a very rich, flavorful meat.

    Είναι ένα πλούσιο, αρωματικό κρέας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flavoring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "flavoring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flavoring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη