Μετάφραση του "flawed" σε Ελληνικά

Οι διαβλητός, ελαττωματικός, πλημμελής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flawed" σε Ελληνικά.

flawed adjective γραμματική

Having a flaw [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβλητός

  • ελαττωματικός

    adjective masculine

    Pierce admitted he was flawed, and he died rich.

    Ο Πιρς παραδέχτηκε ότι ήταν ελαττωματικός και πέθανε πλούσιος.

  • πλημμελής

    The statement of reasons on which the decision is based is also flawed.

    Κατά την άποψή της, και η αιτιολογία της αποφάσεως είναι πλημμελής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flawed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "flawed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ατέλεια · ελάττωμα · ζημία · μειονέκτημα · ράγισμα · ραγίζω · ψεγάδι
  • αδύνατο σημείο · αχίλλειος φτέρνα · θανάσιμο αμάρτημα · τραγικό ελάττωμα · τρωτό σημείο
  • ανίχνευση ελαττωμάτων
  • αχίλλειος φτέρνα
  • Ελάττωμα
  • ελάττωμα τού χαρακτήρα · κουσούρι · μειονέκτημα · προσωπική αδυναμία · προσωπικό ελάττωμα · ψεγάδι
  • κενό ασφαλείας
  • πλημμελής συλλογισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flawed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη