Μετάφραση του "fledgling" σε Ελληνικά

Οι αρχάριος, νεοσσός, πρωτόπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fledgling" σε Ελληνικά.

fledgling adjective noun γραμματική

untried or inexperienced [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχάριος

    noun masculine

    inexperienced person [..]

    He wasn't a nationalist or a fledgling democrat he was a cold-blooded murderer.

    Δεν ήταν ένας εθνικόφρων ή ένας αρχάριος δημοκρατικός ήταν ένας ψυχρός δολοφόνος.

  • νεοσσός

    noun masculine

    young bird

    In this one season, on this one colony alone, seals kill up to10,000 fledglings.

    Σε μία μεμονωμένη περίοδο, σ'αυτή την αποικία μόνο οι φώκιες σκοτώνουν μέχρι και 10 χιλιάδες νεοσσούς.

  • πρωτόπειρος

    adjective masculine

    inexperienced

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άπειρος
    • νεοσύστατος
    • αρτισύστατος
    • εκκολαμπτόμενος
    • νεογέννητος
    • νεοπαγής
    • νεόκοπος
    • νεόφυτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fledgling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fledgling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη