Μετάφραση του "flexible" σε Ελληνικά

Οι ευέλικτος, εύκαμπτος, ελαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flexible" σε Ελληνικά.

flexible adjective noun γραμματική

Capable of being flexed or bent without breaking; able to be turned, bowed, or twisted, without breaking; pliable; not stiff or brittle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευέλικτος

    adjective masculine

    easy and compliant

    This flexible mechanism integrated to include future modifications has been approved as being entirely appropriate.

    Αυτός ο ευέλικτος μηχανισμός που ενσωματώθηκε για να συμπεριλάβει μελλοντικές τροποποιήσεις εγκρίθηκε καθώς θεωρήθηκε απολύτως κατάλληλος.

  • εύκαμπτος

    adjective neuter

    easily bent without breaking

    Attach the flexible exhaust tube to the vehicle tailpipe(s).

    O εύκαμπτος σωλήνας συλλογής καυσαερίων συνδέεται στην ή τις εξατμίσεις του οχήματος.

  • ελαστικός

    I know that I need to be flexible, but please do not try to take advantage of this.

    Ξέρω ότι πρέπει να είμαι ελαστικός, αλλά μην το εκμεταλλεύεστε σας παρακαλώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευλύγιστος
    • διαλλακτικός
    • πολύπλευρος
    • ευελικτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flexible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Flexible
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εύκαμπτος, ευέλικτος

Εικόνες με "flexible"

Φράσεις παρόμοιες με "flexible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flexible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη