Μετάφραση του "flexure" σε Ελληνικά
Οι κάμψη, πτυχή, κάμψη, καμπύλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flexure" σε Ελληνικά.
flexure
noun
γραμματική
The act of bending or flexing; flexion. [..]
-
κάμψη
noun feminine— a flexural strength of 112 MPa according to ASTM D 790
— αντοχή στην κάμψη 112 MPaσύμφωνα με τη μέθοδο δοκιμών ASTM D 790
-
πτυχή
noun -
κάμψη, καμπύλωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " flexure " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "flexure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάμψη καλωδίου
-
σιγμοειδές κόλον
-
Αντοχή σε κάμψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη