Μετάφραση του "flighty" σε Ελληνικά

Οι επιπόλαιος, άστατος, ιδιότροπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flighty" σε Ελληνικά.

flighty adjective γραμματική

Given to unplanned, and silly ideas or actions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιπόλαιος

    adjective masculine

    I'm neither flighty nor a dilettante, neither unreliable nor a low-life sponger... who chases women and dreams of inheriting other people's wealth.

    Δεν είμαι επιπόλαιος, ερασιτέχνης ούτε αναξιόπιστος χαραμοφάης, που κυνηγά γυναίκες κι όνειρα και κληρονομεί πλούτο άλλων.

  • άστατος

    adjective masculine
  • ιδιότροπος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανεύθυνος
    • ελαφρόμυαλος
    • φαντασιόπληκτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flighty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flighty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη