Μετάφραση του "fluctuating" σε Ελληνικά
Το κυμαινόμενος είναι η μετάφραση του "fluctuating" σε Ελληνικά.
fluctuating
adjective
verb
Present participle of fluctuate. [..]
-
κυμαινόμενος
Numbers fluctuate from year to year depending on annual variations in the availability of shellfish in the area.
Οι αριθμοί κυμαίνονται από έτος σε έτος ανάλογα με τις ετήσιες διακυμάνσεις στα ποσοστά οστρακόδερμων στην περιοχή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fluctuating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fluctuating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακύμανση στάθμης
-
διακύμανση τάσης
-
κυκλικές διακυμάνσεις
-
οικονομικές διακυμάνσεις
-
κβαντική μεταλλαγή
-
· αναποφασιστικότητα · αυξομείωση · διακύμανση · κυματισμός · ταλάντευση
-
διακύμανση έντασης
-
διαρθρωτικές διακυμάνσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη