Μετάφραση του "flunk" σε Ελληνικά

Οι αποτυγχάνω, μένω, αποτυχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flunk" σε Ελληνικά.

flunk verb noun γραμματική

(US, ambitransitive) Of a student, to fail a class; to not pass. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτυγχάνω

    verb

    You're the only member of this family who hasn't flunked Math.

    Είσαι το μόνο μέλος της οικογενείας που δεν έχει αποτύχει στα μαθηματικά.

  • μένω

    verb

    αποτυγχάνω σε μάθημα

    One more wrong answer, and Homer flunks another of life's little tests.

    'λλη μια λάθος απάντηση, κι ο Χόμερ μένει στις εξετάσεις.

  • αποτυχία

    noun feminine

    I hope you know this is an automatic flunk.

    Ελπίζω να ξέρεις ότι αυτό είναι ήδη μια αποτυχία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κόβω
    • απορρίπτω
    • «κόβομαι» σε
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flunk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flunk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη