Μετάφραση του "focusing" σε Ελληνικά

Οι επίκεντρο, κέντρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "focusing" σε Ελληνικά.

focusing adjective noun verb γραμματική

See British alternative spelling focussing [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίκεντρο

    noun

    The current European employment debate focuses on the need to increase employment rates.

    Στο επίκεντρο της συζήτησης που διεξάγεται στην Ευρώπη για την απασχόληση βρίσκεται η ανάγκη αύξησης των ποσοστών απασχόλησης.

  • κέντρο

    noun neuter

    For instance, interest is now focused in addition on the issue of sustainable development and on eastward enlargement.

    Έτσι παρεμβάλλεται τώρα και το θέμα της διαρκούς ανάπτυξης και της διερεύνησης προς Ανατολάς στο κέντρο του ενδιαφέροντος. δε υιοθέτηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " focusing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "focusing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "focusing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη