Μετάφραση του "fond" σε Ελληνικά

Οι τρυφερός, στοργικός, αφοσιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fond" σε Ελληνικά.

fond adjective verb noun γραμματική

outlandish; foolish; silly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρυφερός

    adjective masculine

    Maggie was really fond of her and she doesn't make friends easily.

    Η Μaggie είναι πολύ τρυφερή αλλά κάνει φίλους δύσκολα.

  • στοργικός

    adjective

    I didn't know you were so fond of old women.

    Δεν ήξερα ότι είσαι τόσο στοργικός με τις ηλικιωμένες γυναίκες.

  • αφοσιωμένος

    The shocking thing was he was really fond of Krystal.

    Το φοβερό είναι ότι ήταν πολύ αφοσιωμένος στην Κρύσταλ.

  • φιλόστοργος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fond " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fond" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ταξιδιάρης
  • την συμπαθούσα πολύ
  • έχω αδυναμία σε · αγαπώ περιπαθώς
  • προσκόλληση
  • συμπαθώ
  • "αδυναμία" · έρωτας · αγάπη · αφοσίωση · επιθυμία · θερμότητα · λαχτάρα · στοργή · τρυφερότητα
  • νοσταλγικές αναμνήσεις μιας περασμένης εποχής
  • έχω αδυναμία σε · αγαπώ περιπαθώς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fond" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη