Μετάφραση του "foolproof" σε Ελληνικά
Οι ασφαλής, αλάθητος, αλάνθαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "foolproof" σε Ελληνικά.
foolproof
adjective
verb
γραμματική
For a device: protected, or designed to be proof against misuse or error; fail-safe. [..]
-
ασφαλής
adjective masculineNone of these methods is completely satisfactory or foolproof.
Όμως καμιά από αυτές τις μεθόδους δεν είναι πλήρως ικανοποιητική ή ασφαλής.
-
αλάθητος
AdjectiveThe trajectory computation, it... it's not foolproof.
Ο υπολογισμός της τροχιάς βολής, είναι αλάθητος.
-
αλάνθαστος
AdjectiveYes, there's a foolproof one, Mister.
Ναι, υπάρχει ένας αλάνθαστος τρόπος, κύριε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " foolproof " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη