Μετάφραση του "forbidding" σε Ελληνικά
Οι απαγόρευση, αποκρουστικός, απαγορεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forbidding" σε Ελληνικά.
forbidding
adjective
noun
verb
γραμματική
highly unpleasant or disagreeable [..]
-
απαγόρευση
noun feminineProvision should also be made to forbid the authorisation of any further antibiotics for use as feed additives.
Πρέπει επίσης να προβλεφθεί η απαγόρευση της χορήγησης άδειας για τη χρήση αντιβιοτικών ως πρόσθετες ύλες στις ζωοτροφές.
-
αποκρουστικός
adjective masculine -
απαγορεύω
verbI forbid smoking in my room.
Απαγορεύω το κάπνισμα στο δωμάτιό μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forbidding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "forbidding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μη χειρότερα · Παναγία μου
-
Μη χειρότερα! Πάναγία μου!
-
· απαγορεύω · απαγορεύω σε (κπ) · αποκλείω · εμποδίζω
-
μη χειρότερα · ο μη γένοιτο
-
απαγορεύω
-
αλίμονο αν
-
Θε μου φύλαε · Θεός φυλάξοι · αλίμονο · μη χειρότερα · ο μη γένοιτο
-
· απαγορεύω · απαγορεύω σε (κπ) · αποκλείω · εμποδίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη